ΔΕΠΥ - Εύα Καλανζή - Ψυχίατρος Αθήνα
Αυτισμός - Εύα Καλανζή - Ψυχίατρος Αθήνα

ΝΕΥΡΟΑΝΑΠΤΥΞΙΑΚΕΣ ΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ

Οι νευροαναπτυξιακές διαταραχές (ΝΑΔ) αποτελούν μια ετερογενή ομάδα διαταραχών με πρώιμη έναρξη, συνήθως πριν την σχολική ηλικία. Τα αναπτυξιακά ελλείμματα που τις χαρακτηρίζουν επηρεάζουν την λειτουργικότητα του ατόμου σε ατομικό, κοινωνικό, ακαδημαϊκό και επαγγελματικό επίπεδο. Εκτείνονται σε ένα φάσμα από ήπιες, πολύ συγκεκριμένες διαταραχές στη μάθηση ή στις εκτελεστικές λειτουργίες μέχρι σοβαρές διαταραχές στις κοινωνικές δεξιότητες ή την νοημοσύνη. Κύριοι εκπρόσωποι είναι η Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής – Υπερκινητικότητας (ΔΕΠΥ) και οι Διαταραχές Αυτιστικού Φάσματος (ΔΑΦ).

Οι ΝΑΔ συχνά συνυπάρχουν. Για παράδειγμα άτομα με διαταραχή στο φάσμα του αυτισμού (ΔΑΦ) συχνά εμφανίζουν νοητική υστέρηση ή άτομα με Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής – Υπερκινητικότητας (ΔΕΠΥ) έχουν συχνά και κάποια μαθησιακή δυσκολία (DSM 5).

ΔΕΠΥ

Η Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής – Υπερκινητικότητας (ΔΕΠΥ) είναι η συχνότερη νευροαναπτυξιακή διαταραχή της παιδικής ηλικίας, η οποία χαρακτηρίζεται από απροσεξία, υπερκινητικότητα και παρορμητικότητα. Ανάλογα με το ταξινομικό σύστημα που θα χρησιμοποιηθεί για τη διάγνωση, το ποσοστό της υπολογίζεται περίπου 1-2% αν η διάγνωση γίνει σύμφωνα με το ICD-10 και αυξάνεται στο 3-7% αν η διάγνωση γίνει σύμφωνα με το DSM-IV-TR.

Η διάγνωση της ΔΕΠΥ παλαιότερα αφορούσε μόνο την παιδική ηλικία και έχει αμφισβητηθεί αρκετά στον ενήλικο πληθυσμό. Πλέον όμως είναι ευρέως αποδεκτό πως αφορά και τους ενήλικες. Ουσιαστικά τα 2/3 των παιδιών με ΔΕΠΥ συνεχίζουν να έχουν κλινικά σημαντική διαταραχή ως ενήλικες, με τα συνοδά κλινικά και ψυχοκοινωνικά προβλήματα στα άτομα που πάσχουν και στο περιβάλλον τους.

Προκειμένου να αυξηθεί η αξιοπιστία και η εγκυρότητα της διάγνωσης, είναι απαραίτητη η συλλογή πληροφοριών και από την παιδική ηλικία (εφ’ όσον το DSM 5 τοποθετεί την ηλικία έναρξης πριν τα 12 έτη), ως εκ τούτου απαιτείται αναδρομική διάγνωση. Έχει πλέον καθιερωθεί ειδική μεθοδολογία διάγνωσης και περιλαμβάνει λεπτομερές ιατρικό ιστορικό για το παρόν και το παρελθόν, κλινική συνέντευξη, τη συμπλήρωση ερωτηματολογίων και κλιμάκων.

Πολλοί ενήλικες δεν ξέρουν πως έχουν ΔΕΠΥ. Συνήθως υποχωρούν τα εμφανή συμπτώματα της υπερκινητικότητας τα οποία μετατρέπονται σε ένα εσωτερικό, υποκειμενικό αίσθημα ανησυχίας. Οι ενήλικες με ΔΕΠΥ έχουν περισσότερες πιθανότητες να εγκαταλείψουν τις σπουδές τους, να απολυθούν από την εργασία τους ή να έχουν κακές σχέσεις με συναδέλφους και εργοδότες. Έχουν την τάση να αλλάζουν συνεχώς δουλειές γιατί βαριούνται και συνήθως προτιμούν εργασίες χωρίς την «ρουτίνα» του γραφείου. Συχνά φαίνεται σαν να μην ακούν τους άλλους, μιλούν δυνατά, διακόπτουν το συνομιλητή τους, μπορεί να έχουν προβλήματα με τη χρήση αλκοόλ ή άλλων ουσιών, με το τζόγο. Στην προσωπική τους ζωή μπορεί να υπάρχουν προβλήματα στις σχέσεις και μπορεί να έχουν συχνά χωρισμούς, διαζύγια. Εμφανίζουν συχνά επικίνδυνη οδηγική συμπεριφορά είτε με τη μορφή της γρήγορης είτε με τη μορφή της απρόσεκτης οδήγησης.

Τα άτομα με ΔΕΠΥ σε πολύ μεγάλο βαθμό εμφανίζουν συννόσηση με άλλες διαταραχές. Έτσι σύμφωνα με τη National Comorbidity Survey Replication σε ενήλικες, η ΔΕΠΥ συχνότερα συνυπάρχει με αγχώδεις διαταραχές, με διαταραχές της διάθεσης, με διαταραχή στη χρήση ουσιών. Επίσης σύμφωνα με την ίδια έρευνα αυξημένο είναι το ποσοστό συνύπαρξης της ΔΕΠΥ με εσωστρεφείς και εξωστρεφείς διαταραχές, με τη μείζονα κατάθλιψη και τη διπολική διαταραχή.

 Α1 ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ ΑΠΡΟΣΕΞΙΑΣ

1. Συχνά αποτυγχάνει να επικεντρώσει την προσοχή σε λεπτομέρειες ή κάνει λάθη απροσεξίας στις σχολικές εργασίες, τη δουλειά ή άλλες δραστηριότητες
2. Συχνά δυσκολεύεται να διατηρήσει την προσοχή του στα καθήκοντά του ή στο παιχνίδι
3. Συχνά φαίνεται να μην ακούει όταν του μιλούν
4. Συχνά δεν ακολουθεί μέχρι τέλους οδηγίες και αποτυγχάνει να ολοκληρώσει σχολικές εργασίες, δουλειές που του ανατίθενται ή καθήκοντα στον χώρο εργασίας (χωρίς να οφείλεται σε εναντιωματική συμπεριφορά ή αδυναμία κατανόησης των οδηγιών)
5. Συχνά δυσκολεύεται να οργανώσει δουλειές και δραστηριότητες
6. Συχνά αποφεύγει ή αποστρέφεται ή είναι απρόθυμος να εμπλακεί σε δουλειές που απαιτούν αδιάπτωτη πνευματική προσπάθεια (όπως σχολική εργασία ή προπαρασκευή των μαθημάτων στο σπίτι)
7. Συχνά χάνει αντικείμενα απαραίτητα για δουλειές ή δραστηριότητες (π.χ. παιχνίδια, μολύβια, βιβλία, εργασίες που έχουν δοθεί για το σπίτι)
8. Συχνά η προσοχή του διασπάται εύκολα από εξωτερικά ερεθίσματα
9. Συχνά ξεχνά καθημερινές δραστηριότητες

Α2 ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ ΥΠΕΡΚΙΝΗΤΙΚΟΤΗΤΑΣ ΠΑΡΟΡΜΗΤΙΚΟΤΗΤΑΣ

Υπερκινητικότητα
1. Συχνά κινεί τα χέρια ή τα πόδια ή στριφογυρίζει στη θέση του
2. Συχνά αφήνει τη θέση του στην τάξη ή σε άλλες περιστάσεις, στις οποίες αναμένεται ότι θα παραμείνει καθισμένος
3. Συχνά τρέχει εδώ κι εκεί και σκαρφαλώνει με τρόπο υπερβολικό σε περιστάσεις οι οποίες δεν προσφέρονται για ανάλογες δραστηριότητες (στους εφήβους και τους ενήλικες μπορεί να περιορίζεται σε υποκειμενικά αισθήματα κινητικής ανησυχίας)
4. Συχνά δυσκολεύεται να παίζει ή να συμμετέχει σε δραστηριότητες ελεύθερου χρόνου ήσυχα
5. Συχνά είναι διαρκώς σε κίνηση και συχνά ενεργεί σαν να «κινείται με μηχανή»
6. Συχνά μιλάει υπερβολικά
Παρορμητικότητα
1. Συχνά απαντά απερίσκεπτα πριν ολοκληρωθεί η ερώτηση
2. Συχνά δυσκολεύεται να περιμένει τη σειρά του
3. Συχνά διακόπτει ή ενοχλεί με την παρουσία του/της τους άλλους (π.χ. παρεμβαίνει σε συζητήσεις ή παιχνίδια)

Για να τεθεί η διάγνωση απαιτούνται έξι (ή περισσότερα) από τα παρακάτω συμπτώματα απροσεξίας ή υπερκινητικότητας-παρορμητικότητας παρόντα τους τελευταίους 6 μήνες σε βαθμό δυσπροσαρμοστικό και μη αναμενόμενο από το αναπτυξιακό επίπεδο του παιδιού. Τα συμπτώματα πρέπει να είναι παρόντα πριν την ηλικία των 12 ετών. Αν πρόκειται για άτομο από 17 ετών και άνω ο ελάχιστος αριθμός κριτηρίων είναι 4.

Τα συμπτώματα απροσεξίας ή υπερκινητικού – παρορμητικού τύπου είναι παρόντα σε δύο ή περισσότερους τομείς της ζωής του ατόμου (πχ οικογένεια, σχολείο, εργασία, κοινωνική ζωή, αυτοπεποίθηση) και εμφανώς εμπλέκονται ή επηρεάζουν την ποιότητα της κοινωνικής, ακαδημαϊκής ή επαγγελματικής λειτουργικότητας των ατόμων.

Συγκεκριμένες αιτίες για την εμφάνιση της ΔΕΠΥ δεν έχουν ακόμα εντοπιστεί. Υπάρχουν στοιχεία ότι γενετικοί παράγοντες παίζουν ρόλο στην εμφάνιση της. Τρία στα τέσσερα παιδιά με ΔΕΠΥ έχουν συγγενή με τη διαταραχή. Άλλοι παράγοντες που μπορεί να παίζουν ρόλο στην εμφάνιση της ΔΕΠΥ είναι η προωρότητα, οι εγκεφαλικοί τραυματισμοί, το κάπνισμα της μητέρας, η χρήση αλκοόλ ή το έντονο στρες κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης.

Η αντιμετώπιση των συμπτωμάτων της ΔΕΠΥ είναι συνήθως συνδυαστική. Φαρμακευτική αγωγή και ψυχοθεραπεία, επικεντρωμένη στις δυσκολίες του ατόμου ή και coaching, συνήθως βοηθούν το άτομο να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά τις δυσλειτουργίες που προκύπτουν. Πολλές φορές η εμπλοκή της οικογένειας στην θεραπευτική διαδικασία βοηθάει.

Είναι επίσης πολύ σημαντικό να γίνεται ολοκληρωμένη αξιολόγηση για ύπαρξη και άλλων διαταραχών (συννόσηση), τα συμπτώματα των οποίων μπορεί να επιδεινώνουν ή να αλληλοεπικαλύπτονται με τα συμπτώματα της ΔΕΠΥ έτσι, ώστε να υπάρχει κατάλληλη αντιμετώπιση.

Η ΔΕΠΥ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΓΝΩΣΗΣ, ΕΙΝΑΙ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΟΥ ΝΑ ΕΦΑΡΜΟΣΕΙΣ ΑΥΤΑ ΠΟΥ ΞΕΡΕΙΣ

Barkley

Για περισσότερες πληροφορίες, αξιολόγηση και αντιμετώπιση, επικοινωνήστε μαζί μας.

error: Content is protected !!